ξεπερνώ
ρήμα1. Κάνω τις απαραίτητες ενέργειες ώστε ένα εμπόδιο, πρόβλημα ή δυσκολία να μην επηρεάζει πλέον την πορεία μου και να συνεχίζω κανονικά.
2. Περνώ πέρα από ένα όριο, μέτρο, αριθμό ή επιτρεπόμενη τιμή, φτάνοντας πάνω από το καθορισμένο επίπεδο.
Συνώνυμα
προσπερνώ ξεπερνάω υπερβαίνω νικώ παρακάμπτω υπερπηδώ περνώ υπερέχω υπερτερώ καταπολεμώ αναρρώνω υπερκαλύπτω περνάω νικάω αντιμετωπίζω ξεχνάω αγνοώ παραβλέπω καταφέρνω ξεφεύγω κατατροπώνω επιλύω αντεπεξέρχομαι διασχίζω υπερισχύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μέρα ξεπερνώ τον φόβο μου για να μιλήσω δημόσια.
- Στον αγώνα ξεπερνώ το προηγούμενο ρεκόρ μου.
- Μετά το ατύχημα ξεπερνώ ακόμα τον πόνο και την ανασφάλεια.
- Σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνώ το όριο ταχύτητας χωρίς να το καταλάβω.
- Σιγά-σιγά ξεπερνώ τις συνήθειες που με εμπόδιζαν στην πρόοδο.