κατεβαίνω
ρήμα1. Κατεβαίνω από υψηλότερο σε χαμηλότερο σημείο, κινούμενος προς τα κάτω (π.χ. από σκάλα, λόφο ή στέγη).
2. Βγαίνω ή αποχωρώ από μεταφορικό μέσο για να βρεθώ στο έδαφος ή σε χαμηλότερο επίπεδο (π.χ. κατεβαίνω από λεωφορείο, τρένο, αυτοκίνητο).
Συνώνυμα
καταβαίνω κατέρχομαι τρέχω αποβιβάζομαι βγαίνω πέφτω κατηφορίζω κατεβάζομαι μειώνομαι υποχωρώ χαμηλώνω ελαττώνομαι προσγειώνομαι ξεκαβαλίζω υποβιβάζομαι αποσύρομαι φθίνω καταποντίζομαι βουλιάζω καταρρέω έρχομαι πηγαίνω πάω βηματίζω εξέρχομαι κυλάω οδεύω προσέρχομαι γονατίζω μεταβαίνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί κατεβαίνω τις σκάλες για να φτάσω στο γραφείο.
- Στη στάση κατεβαίνω από το λεωφορείο και συνεχίζω με τα πόδια.
- Το σαββατοκύριακο κατεβαίνω στο κέντρο για ψώνια και καφέ.
- Όταν κρυώνει ο καιρός, κατεβαίνω λίγο τη θέρμανση στο σπίτι.
- Αν με χρειάζεσαι, κατεβαίνω στο σπίτι σου το απόγευμα.