ηττώνομαι
ρήμα1. Βρίσκομαι σε κατάσταση όπου, σε αγώνα, διαμάχη ή ανταγωνιστική αναμέτρηση, δεν κατορθώνω να υπερισχύσω και ο αντίπαλος επικρατεί.
2. Αναγνωρίζω ή αποδέχομαι την υπεροχή, τα επιχειρήματα ή τη θέση του άλλου και υποχωρώ στην αντιπαράθεση.
Συνώνυμα
χάνω συντρίβομαι διασύρομαι αποτυγχάνω υποκύπτω υποχωρώ καταβάλλομαι ταπεινώνομαι ξεφτιλίζομαι διαλύομαι γονατίζομαι εξουθενώνομαι παραδίδομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στον τελικό, ηττώνομαι από την καλύτερη ομάδα.
- Ακόμη και όταν ηττώνομαι, προσπαθώ να μάθω από τα λάθη μου.
- Συχνά ηττώνομαι από την κούραση μετά από πολύωρη δουλειά.
- Σε μια έντονη συζήτηση, ηττώνομαι όταν δεν έχω καλά επιχειρήματα.
- Μετά από αρκετές προσπάθειες, με λύπη ηττώνομαι και παραδέχομαι την ήττα.