διαβαίνω
ρήμα1. Κινούμαι από ένα σημείο σε άλλο, διασχίζοντας χώρο, όριο ή εμπόδιο, πεζός ή με μέσο μεταφοράς.
2. Διανύω σταδιακά μια χρονική περίοδο, διαδικασία ή φάση, καθώς προχωρά η εξέλιξη των γεγονότων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί διαβαίνω την κεντρική πλατεία για να πάω στη δουλειά.
- Όταν ταξιδεύω, συχνά διαβαίνω σύνορα και νιώθω πως αλλάζω κόσμους.
- Πριν υπογράψω το συμβόλαιο, διαβαίνω προσεκτικά όλους τους όρους.
- Κατά τη διάρκεια των δύσκολων καιρών, διαβαίνω δοκιμασίες που με αλλάζουν.
- Μετά την επέμβαση, διαβαίνω σταδιακά σε καλύτερη περίοδο ανάρρωσης.