νικάω

ρήμα

1. Δρω έτσι ώστε ο αντίπαλος να υποχωρήσει ή να αναγνωριστεί ως ηττημένος σε ανταγωνιστική ή συγκρουσιακή κατάσταση.

2. Αντιμετωπίζω και εξουδετερώνω εμπόδιο, δυσκολία ή αρνητική κατάσταση, επιτυγχάνοντας την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στον σημερινό αγώνα νικάω τους αντιπάλους μου.
  • Κάθε φορά που αντιμετωπίζω τον φόβο μου, νικάω.
  • Με τη σωστή θεραπεία και αισιοδοξία, νικάω την αρρώστια.
  • Με τη στήριξη της οικογένειας, νικάω τις αμφιβολίες μου.
  • Με συνεχή προσπάθεια, νικάω τις πιθανότητες.