επανακάμπτω

ρήμα

1. Επιστρέφω ή επανέρχομαι σε προηγούμενη θέση, κατάσταση ή τόπο μετά από περίοδο απουσίας, απόκλισης ή διακοπής.

2. Ανακτώ τις δυνάμεις, την υγεία ή την αποτελεσματικότητα μετά από ασθένεια, κόπωση ή κρίση.

Συνώνυμα

ανακάμπτω επανέρχομαι επιστρέφω γυρίζω ξαναγυρίζω επανεμφανίζομαι συνέρχομαι ξαναεμφανίζομαι γυρνώ αναρρώνω βελτιώνομαι ορθώνομαι ανασυγκροτούμαι αναζωογονούμαι γυρνάω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά από μήνες στο εξωτερικό, επανακάμπτω στο πατρικό μου σπίτι.
  • Μετά την επέμβαση, επανακάμπτω σιγά-σιγά και ξαναβρίσκω τις δυνάμεις μου.
  • Αφού σταμάτησα για λίγο την προπόνηση, επανακάμπτω στον ρυθμό μου κάθε πρωί.
  • Μετά από μια μακρά περίοδο ανεργίας, επανακάμπτω στην εργασία μου με νέο ενθουσιασμό.
  • Μετά την κατρακύλα των τελευταίων μηνών, επανακάμπτω οικονομικά και αρχίζω να αποταμιεύω ξανά.