παλεύω
ρήμα1. Αγωνίζομαι με σωματική δύναμη ή τεχνική ενάντια σε αντίπαλο ή εμπόδιο για να τον υπερνικήσω ή να τον κατακτήσω.
2. Προσπαθώ επίμονα και με κόπο να αντιμετωπίσω ή να ξεπεράσω δυσκολίες, προβλήματα ή αντίξοες συνθήκες.
Συνώνυμα
αγωνίζομαι μάχομαι πολεμώ αντιμάχομαι αντιστέκομαι προσπαθώ διεκδικώ μοχθώ κοπιάζω συγκρούομαι αντιμετωπίζω πολεμάω δυσκολεύομαι ανταπεξέρχομαι πασχίζω δουλεύω αντιπαλεύω ζορίζομαι τραβιέμαι βασανίζομαι επιχειρώ μπορώ αντέχω ανέχομαι επιβιώνω επιμένω εναντιώνομαι σφάζομαι υπερασπίζομαι αμύνομαι ανταγωνίζομαι αντεπεξέρχομαι κακοπαθώ καταπολεμώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μέρα παλεύω με το άγχος και την αβεβαιότητα.
- Οι πυροσβέστες παλεύουν με τις φλόγες για να σβήσουν τη φωτιά.
- Παλεύουμε σκληρά για να ολοκληρώσουμε το έργο στην ώρα του.
- Η μητέρα παλεύει για τα δικαιώματα των παιδιών της.
- Τον περασμένο χειμώνα πάλεψα με την αρρώστια, αλλά τώρα νιώθω καλύτερα.