νικώ

ρήμα

1. Δρω ώστε να αποκτήσω υπεροχή έναντι αντιπάλου σε αγώνα, διαγωνισμό, μάχη ή άλλη αντιπαράθεση, επιβάλλοντας το αποτέλεσμα υπέρ μου.

2. Ξεπερνώ ή εξουδετερώνω εμπόδιο, δυσκολία ή αντίσταση και διασφαλίζω την επιτυχία σε μια προσπάθεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στον αγώνα νικώ τον αντίπαλο με καθαρό σκορ.
  • Με προσπάθεια νικώ τον φόβο μου και προχωράω μπροστά.
  • Κάθε μέρα νικώ τις μικρές δυσκολίες της καθημερινότητας.
  • Στην ψηφοφορία νικώ με διαφορά και κερδίζω την εμπιστοσύνη τους.
  • Με τη στήριξη των φίλων νικώ την απογοήτευση πιο εύκολα.