δραστηριοποιούμαι
ρήμα1. Αναλαμβάνω και διεξάγω ενέργειες ή εργασίες με σκοπό την επίτευξη κάποιου στόχου ή την πραγματοποίηση δραστηριοτήτων.
2. Εμφανίζομαι ή αρχίζω να λειτουργώ ενεργά σε έναν τομέα, χώρο ή πεδίο ενδιαφέροντος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αδρανοποιούμαι αποσύρομαι αποχωρώ σταματώ παύω αναστέλλομαι τεμπελιάζω απουσιάζω υποχωρώ ανενεργοποιούμαι διστάζω παραλύω κωλυσιεργώ
Παραδείγματα χρήσης
- Η εταιρεία δραστηριοποιείται στον κλάδο της τεχνολογίας και της καινοτομίας.
- Εγώ δραστηριοποιούμαι εθελοντικά σε τοπικές δράσεις για το περιβάλλον.
- Οι νέοι δραστηριοποιούνται όλο και περισσότερο στον πολιτικό διάλογο.
- Μετά τη συνταξιοδότησή του, δεν δραστηριοποιείται επαγγελματικά.
- Η ομάδα μας δραστηριοποιείται στον χώρο της πολιτιστικής εκπαίδευσης και των τεχνών.