φεύγω
ρήμα1. Απομακρύνομαι από έναν τόπο ή χώρο, παύω να βρίσκομαι εκεί.
2. Ξεκινώ μετακίνηση προς άλλο σημείο ή αναχωρώ για προορισμό.
3. Σταματώ να συμμετέχω ή να είμαι παρών/ενεργός σε μια δραστηριότητα ή κατάσταση.
Συνώνυμα
αναχωρώ αποχωρώ εξέρχομαι απομακρύνομαι βγαίνω πηγαίνω παρατάω πάω δραπετεύω αποκλίνω καταλείπω μετακινούμαι ξεψυχώ εκφεύγω τραβιέμαι πετάγομαι ξεκινώ εγκαταλείπω αποσύρομαι υποχωρώ εξαφανίζομαι εκλείπω διαφεύγω αποδημώ πεθαίνω ξεκουμπίζομαι αποβιβάζομαι φυγαδεύομαι αφήνω ξεφεύγω παρατώ μετακομίζω γλιτώνω αποσύρω απουσιάζω αφανίζομαι ξεγλιστράω οδεύω οπισθοχωρώ αποθνήσκω αποσυνδέομαι αποτραβιέμαι διασκορπίζομαι μεταβαίνω μετακομίζομαι μεταναστεύω ξεγλιστρώ αποσυρόμαι σκορπίζομαι
Αντώνυμα
μένω παραμένω βρίσκομαι γυρνώ φτάνω πλησιάζω σκάω καταλήγω ξαναέρχομαι γυρνάω γυρίζω αράζω εγκαθίσταμαι επανέρχομαι προσέρχομαι επανακάμπτω καταλύω καταφθάνω καταφτάνω μπουκάρω σφηνώνομαι τρυπώνω στέκομαι διαμένω επιστρέφω έρχομαι εισέρχομαι προσερχομαι κάθομαι περνώ μπαίνω συναντιέμαι γεννιέμαι αντιμετωπίζω απομένω κατευθύνομαι συμμετέχω επισκέπτομαι εντάσσομαι ορμάω παρίσταμαι προσεγγίζω εισβάλλω παρευρίσκομαι περιπατώ κατοικώ εμφανίζομαι συναντώ επιβιβάζομαι προσγειώνομαι συμπαραστέκομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Τώρα φεύγω για τη δουλειά.
- Αύριο φεύγω για τη Θεσσαλονίκη νωρίς το πρωί.
- Από αυτό το σπίτι φεύγω οριστικά μετά το καλοκαίρι.
- Όταν ακούω δυνατό θόρυβο, φεύγω τρέχοντας.
- Φοβάμαι μήπως κάποια μέρα φεύγω χωρίς να προλάβω να δω ξανά τα παιδιά μου.