παραγγέλνω
ρήμα1. Ζητώ ή απαιτώ την προμήθεια, την εκτέλεση ή την παράδοση αγαθών ή υπηρεσιών, συνήθως με αντάλλαγμα χρηματική πληρωμή.
2. Δίνω εντολή ή οδηγία σε κάποιον να κάνει κάτι, επιβάλλοντας την εκπλήρωση της πράξης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο εστιατόριο παραγγέλνω πάντα σαλάτα ως πρώτο πιάτο.
- Χθες παρήγγειλα ένα βιβλίο από ένα ηλεκτρονικό κατάστημα.
- Ο προϊστάμενος παραγγέλει στους υπαλλήλους να παραμείνουν στο γραφείο μέχρι να τελειώσει το έργο.
- Θα παραγγείλω ένα χειροποίητο τραπέζι για το σαλόνι του σπιτιού.
- Κάθε μήνα παραγγέλνω αναλώσιμα για το γραφείο από τον προμηθευτή.