μειώνομαι
ρήμα1. Γίνομαι μικρότερος σε μέγεθος, ποσότητα, ένταση ή βαθμό σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση.
2. Υποβάλλομαι σε μείωση λόγω εξωτερικής επίδρασης, απόφασης ή διαδικασίας (π.χ. για τιμές, μισθούς, αριθμούς ή ποσοστά).
Συνώνυμα
μειώνομαι ελαττώνομαι συρρικνώνομαι σμικρύνομαι μικραίνω περιορίζομαι υποχωρώ πέφτω χαμηλώνω κατεβαίνω αποδυναμώνομαι συστέλλομαι κοπάζω υποβαθμίζομαι ψαλιδίζομαι κουρεύομαι ξεφουσκώνω εξασθενώ καταβαίνω παρακμάζω
Αντώνυμα
αυξάνομαι αυξάνω αναπτύσσομαι ανεβαίνω ανέρχομαι μεγεθύνομαι μεγαλώνω διευρύνομαι ενισχύομαι δυναμώνω πληθαίνω ανυψώνομαι αναβαίνω φουσκώνω εκτοξεύομαι πολλαπλασιάζομαι φουντώνω βελτιώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Από την αρχή της δίαιτας, μειώνομαι σταδιακά.
- Με τις συνεχείς αποτυχίες, φοβάμαι ότι μειώνομαι ως επαγγελματίας.
- Κάθε χρόνο μειώνομαι σε ενέργεια και αντοχή.
- Στην ομάδα, νιώθω πως μειώνομαι και δεν παίρνω πια πρωτοβουλίες.
- Αν δεν ενημερώνομαι για τις εξελίξεις, νιώθω ότι μειώνομαι.