αντιδρώ
ρήμα1. Εκδηλώνω αντίδραση ως απάντηση σε ερέθισμα, γεγονός ή συμπεριφορά, μέσω πράξης, λόγου ή συναισθηματικής έκφρασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως αντιδρώ ψύχραιμα όταν προκύπτουν προβλήματα.
- Το σώμα μου αντιδρώ έντονα σε ορισμένα φάρμακα.
- Σε επικίνδυνες καταστάσεις αντιδρώ γρήγορα για να προστατεύσω τους άλλους.
- Στην ανακοίνωση των νέων μέτρων αντιδρώ με δημόσια διαμαρτυρία.
- Μετά από όσα συνέβησαν, δεν αντιδρώ όπως παλιά.