χαλαρώνω
ρήμα1. Μειώνω την ένταση ή το σφίξιμο των μυών ή του σώματος, περνώντας σε κατάσταση ηρεμίας και άνεσης.
2. Χαμηλώνω τον βαθμό τήρησης ή την αυστηρότητα κανόνων, μέτρων ή επιτήρησης, κάνοντάς τα λιγότερο περιοριστικά.
Συνώνυμα
ξεκουράζομαι ξαποσταίνω ξεσφίγγω λύνω ησυχάζω ηρεμώ αναπαύομαι αποφορτίζομαι ξεδίνω ελαφρύνω υποχωρώ ανακουφίζομαι ανακουφίζω αράζω ηρεμίζω λύω αποφορτίζω αφήνομαι ηρεμίζομαι καταπραΰνομαι κοπάζω ξεμπλοκάρομαι ξεκουράζω ξεσαλώνω απολαμβάνω αποδεσμεύω ξαπλώνομαι ξεκολλάω επιβραδύνω καθησυχάζομαι ξεβιδώνω ξεδένω ξεπαγώνω τεμπελιάζω αποδυναμώνω
Αντώνυμα
αγχώνομαι σφίγγομαι τεντώνομαι εντείνομαι φρικάρω πιέζω τρελαίνω εκνευρίζω κοπιάζω στερεώνω σφίγγω αγωνιώ ζορίζω συμπιέζω ανησυχώ δουλεύω κουράζομαι σκληραίνω βιάζομαι τραβάω τραβώ θυμώνω αναγκάζω εμποδίζω κρατιέμαι φοβίζω δένω κουράζω τρομάζω αναστατώνω βασανίζομαι βασανίζω δεσμεύω κουμπώνω κρατούμαι μεριμνώ μοχθώ παθιάζομαι πανικοβάλλομαι πασχίζω σοβαρεύομαι στενοχωριέμαι στριμώχνω συγκρατούμαι συγκρατώ σφάζομαι ταλαιπωρούμαι ταράζομαι ταράζω τρέμω ανασταίνομαι αναστατώνομαι ανατριχιάζω εκνευρίζομαι εξαναγκάζω ερεθίζω εστιάζω καταπονώ ξεσηκώνομαι περιορίζω πλακώνω συνταράσσω ταράσσω υποχρεώνω βιδώνω αυστηροποιώ εντείνω ετοιμάζομαι μαζεύομαι ανακόπτω σπεύδω αφυπνίζομαι δεσμεύομαι ζορίζομαι καταθλίβομαι καταπιέζομαι καταστέλλω οριοθετώ τρομάζομαι καταπιέζω ρυθμίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τη δουλειά, χαλαρώνω διαβάζοντας ένα βιβλίο.
- Πριν αρχίσω τη συντήρηση, χαλαρώνω τις βίδες λίγο.
- Όταν νιώθω ένταση στον λαιμό, προσπαθώ να χαλαρώνω τους μύες μου.
- Αν όλα πάνε καλά στη δοκιμή, χαλαρώνω τα μέτρα ασφαλείας.
- Την Κυριακή χαλαρώνω στην παραλία με φίλους.