υποκλίνομαι
ρήμα1. Λυγίζω το σώμα ή μέρος του προς τα εμπρός ως έκφραση σεβασμού, τιμής ή χαιρετισμού.
2. Δείχνω αποδοχή της ανωτερότητας, της κυριαρχίας ή της βούλησης κάποιου με πράξεις ή στάση, περιορίζοντας την αντίστασή μου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά την παράσταση, ο ηθοποιός υποκλίθηκε στο κοινό.
- Στους μεγάλους επιστήμονες υποκλίνομαι για το έργο τους.
- Τελικά υποκλίθηκα στις πιέσεις της ομάδας.
- Οι μαθητές υποκλίνονται όταν χαιρετούν τον καθηγητή.
- Δεν μπορώ να μην υποκλίνομαι στην τόλμη και την επιμονή της.