αποσύρω
ρήμα1. Αφαιρώ κάτι από έναν χώρο, από την κυκλοφορία ή από τη χρήση, ώστε να μην είναι πλέον διαθέσιμο ή προσβάσιμο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
καταθέτω υποβάλλω αναρτώ ανασύρω αποθέτω διεκδικώ εγείρω εναποθέτω επενδύω θέτω θίγω καθορίζω προβάλλω προσκομίζω χορηγώ ισχυρίζομαι στήνω ξαναλέω παραγγέλνω ανεγείρω εκδίδω ποντάρω προσυπογράφω προωθώ εισάγω παρουσιάζω δημοσιοποιώ τοποθετώ ανακοινώνω επιβεβαιώνω αναθέτω δημοσιεύω διαθέτω διακηρύσσω διατηρώ διατυπώνω διορίζω εκφωνώ εντάσσω επαναλαμβάνω επαναφέρω επιβάλλω εφαρμόζω καταχωρώ ορίζω παρέχω παραπέμπω προγραμματίζω προμηθεύω στρώνω συμπληρώνω συνεισφέρω συντάσσω κάνω φέρω προσφέρω διαλέγω καλώ υπογράφω παραδίδω δηλώνω χώνω ακουμπώ αναγράφω αναπληρώνω αρχειοθετώ αφιερώνω δεσμεύομαι εγγράφω εκλέγω εμπλέκω θεσπίζω κατανέμω κατοχυρώνω οικειοποιούμαι προαναγγέλλω συνυπογράφω υπαγορεύω χαρακτηρίζω ενισχύω ανεβάζω βάζω στέλνω φέρνω επιμένω ανακατεύω ανανεώνω αποδίδω καταγγέλλω πραγματοποιώ σερβίρω σημειώνω καθίζω αφορώ προσθέτω επιλέγω αναπτύσσω επιδοτώ επιρρίπτω φρουρώ καταβάλλω
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να αποσύρω τα χρήματα από το λογαριασμό μου πριν από το τέλος του μήνα.
- Αποφάσισα να αποσύρω την υποψηφιότητά μου για το δημοτικό συμβούλιο.
- Αν συνεχιστούν οι βλάβες, θα αποσύρω το αυτοκίνητο από την κυκλοφορία.
- Η φωτιά πλησίασε και αναγκάστηκα να αποσύρω τους εργάτες από το εργοτάξιο.
- Μετά τις επικρίσεις, επέλεξα να αποσύρω τη δήλωσή μου.
- Η εταιρεία με πίεσε τόσο πολύ που τελικά αναγκάστηκα να αποσύρω το ελαττωματικό προϊόν από την αγορά.