διεκδικώ

ρήμα

1. Επιχειρώ να αποκτήσω, να διατηρήσω ή να εξασφαλίσω ένα πράγμα, δικαίωμα ή όφελος που θεωρώ ότι μου ανήκει ή δικαιούμαι.

2. Ανταγωνίζομαι ή παλεύω με άλλους για την απόκτηση θέσης, τίτλου, προνομίου ή νίκης σε κάποια διαδικασία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η οικογένεια διεκδικεί την ακίνητη περιουσία που της ανήκε.
  • Ο υποψήφιος διεκδικεί τη δημαρχία με ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων.
  • Οι εργαζόμενοι διεκδικούν καλύτερους μισθούς και συνθήκες εργασίας.
  • Κάθε μέρα διεκδικώ το δικαίωμα να εκφράζομαι ελεύθερα.
  • Παρά τις δυσκολίες, εγώ θα διεκδικήσω ξανά την επιμέλεια του παιδιού.