σφάζομαι
ρήμα1. Συμμετέχω σε βίαιη, αιματηρή σύγκρουση ή σφαγή, προκαλώντας ή υφιστάμενος σοβαρούς τραυματισμούς ή θανάτους.
2. Μάχομαι ή διαπληκτίζομαι με άλλους με σφοδρότητα, σε σωματικό ή λεκτικό επίπεδο, με ακραίες αντιπαραθέσεις.
Συνώνυμα
αλληλοσφάζομαι σφαγιάζομαι αλληλοσκοτώνομαι σκοτώνομαι μαχαιρώνομαι τσακώνομαι μαλώνομαι διαπληκτίζομαι συγκρούομαι ξυλοκοπούμαι εξοντώνομαι ξεσκίζομαι κοπιάζω συναγωνίζομαι ανταγωνίζομαι κονταροχτυπιέμαι μαλλιοτραβιέμαι δέρνομαι χτυπιέμαι λιθοβολούμαι λιντσάρομαι αγωνίζομαι παλεύω μάχομαι δολοφονώ πολεμώ πολεμάω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στον εμφύλιο οι ομάδες σφάζονταν άγρια.
- Οι υποψήφιοι σφάζονται για την τελευταία διαθέσιμη θέση.
- Στην προπόνηση σφάζομαι καθημερινά για να βελτιωθώ.
- Στα κοινωνικά δίκτυα οι χρήστες σφάζονται για κάθε μικρή λεπτομέρεια.
- Τα πρόβατα σφάζονται στο σφαγείο κάθε Χριστούγεννα.