προοδεύω
ρήμα1. Βελτιώνομαι ή αναπτύσσομαι σε γνώση, ικανότητες, απόδοση ή κατάσταση με την πάροδο του χρόνου.
2. Προχωρώ σε υψηλότερο επίπεδο ή σε πιο εξελιγμένη μορφή μέσα από προσπάθεια, εμπειρία ή αλλαγές.
Συνώνυμα
βελτιώνομαι αναπτύσσομαι προκόβω εξελίσσομαι ανθίζω ανεβαίνω προχωρώ τελειοποιούμαι ευημερώ πλουτίζω
Αντώνυμα
υποχωρώ χειροτερεύω παρακμάζω φθίνω στασιμάζω οπισθοδρομώ σέρνομαι απαξιώνομαι μαραζώνω καταποντίζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθώ να προοδεύω κάθε μέρα στη δουλειά μου.
- Με την εξάσκηση, το παιδί προοδεύει στα μαθηματικά.
- Η ομάδα προοδεύει γρήγορα χάρη στη σωστή οργάνωση.
- Θέλω τα παιδιά μου να προοδεύουν και να μαθαίνουν συνεχώς.
- Παρά τις δυσκολίες, εκείνος συνεχίζει να προοδεύει επαγγελματικά.