εκζητώ

ρήμα

Εκφράζω με λόγια ή επίσημο τρόπο την ανάγκη ή το αίτημα ώστε να παρασχεθεί ή να πραγματοποιηθεί κάτι, συχνά με έμφαση ή επιμονή και με προσδοκία ανταπόκρισης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ εκζητώ αποζημίωση για τη ζημιά που προκλήθηκε στο αυτοκίνητό μου.
  • Σας εκζητώ την άμεση ενημέρωση για την πορεία της υπόθεσης.
  • Σου εκζητώ εξηγήσεις για όσα συνέβησαν στην τελευταία συνάντηση.
  • Ως δικηγόρος, εκζητώ από το δικαστήριο αντίγραφα των σχετικών εγγράφων.
  • Σήμερα εκζητώ πληροφορίες για την ιστορία του κτηρίου.