υστερώ
ρήμα1. Μένω πίσω σε ανάπτυξη, πρόοδο ή θέση σε σχέση με άλλους ή με το αναμενόμενο, χωρίς να καλύπτω τον ίδιο ρυθμό προόδου.
2. Δεν διαθέτω επαρκές μέτρο, ποσότητα ή επίπεδο σε σχέση με ανάγκες ή απαιτήσεις, με αποτέλεσμα ανεπαρκή κάλυψη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σε ό,τι αφορά τις δεξιότητες προγραμματισμού, η νέα ομάδα υστερεί σε εμπειρία.
- Μου υστερεί χρόνος για να τελειώσω την εργασία.
- Στο μάθημα της ιστορίας, παλαιότερα υστερούσα σε λεπτομέρειες, αλλά βελτιώθηκα.
- Το έργο υστερεί σε χρηματοδότηση και χρειάζεται επιπλέον πόρους.
- Αν υστερήσεις στην παράδοση της πρότασης, θα χάσεις την προθεσμία.