προχωράω
ρήμα1. Μετακινούμαι προς τα εμπρός σε χώρο, είτε με περπάτημα είτε με όχημα ή άλλο μέσο.
2. Περνώ σε επόμενο στάδιο ή φάση σε μια διαδικασία, έργο ή κατάσταση, εμφανίζοντας εξέλιξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Προχωράω αργά στο πεζοδρόμιο για να μην σκοντάψω.
- Αν συμφωνείς, προχωράμε με το σχέδιο.
- Τα έργα στο κέντρο προχωράνε γρήγορα.
- Η σχέση τους προχωράει και σκέφτονται να συγκατοικήσουν.
- Κάποιες φορές πρέπει να προχωράω παρά τις δυσκολίες.
- Μη σταματάς, προχωράς προς τον στόχο σου.