σταματώ
ρήμα1. Διακόπτω την κίνηση ή τη μετατόπιση και παραμένω σε κατάσταση ακινησίας.
2. Διακόπτω μια ενέργεια, δραστηριότητα ή διαδικασία ώστε να μην συνεχίζεται.
Συνώνυμα
σταματάω παύω αναχαιτίζω παύομαι διακόπτω ακινητοποιώ ακινητοποιούμαι στέκομαι τερματίζω αναστέλλω αποσύρω αποσύρομαι διαλείπω τελειώνω λήγω ανακόπτω αναστέλλομαι αράζω εκλείπω ματαιώνω παρεμποδίζω σωπαίνω αδρανοποιούμαι φρενάρω σβήνω κλείνω κόβω παρατάω ξεκόβω σιώπω σιγάζω παγώνω κωλώνω εγκαταλείπω αφήνω παραιτούμαι απενεργοποιώ ησυχάζω ξαποσταίνω παραλύω διακόπτομαι
Αντώνυμα
συνεχίζω ξεκινώ αρχίζω άρχομαι τρέχω προσπαθώ περνώ χτυπώ λειτουργώ εργάζομαι δρω περπατάω εξακολουθώ περπατώ καπνίζω κυκλοφορώ γυρίζω διαρκώ βαδίζω βηματίζω διαβαίνω εκκινώ ενεργώ περιστρέφομαι περιστρέφω περιφέρομαι πορεύομαι προβαίνω στροβιλίζομαι περνάω προχωράω ξεκινάω χορεύω ξανακάνω ξαναγίνομαι αλωνίζω διαπερνώ διασχίζω παρελαύνω περιπατώ σείω στριφογυρίζομαι στριφογυρίζω στροβιλίζω συνεχίζομαι προχωρώ κινούμαι κινώ επιταχύνω οδεύω πηγαίνω φέρω γυρνώ ψάχνω παίζω πιάνω ρίχνω κουνάω δοκιμάζω γυρεύω ασχολούμαι ταξιδεύω οδηγάω τραγουδώ ολοκληρώνω γυρνάω επιμένω εξελίσσομαι αναχωρώ διατηρώ εγείρω εκτελώ επανέρχομαι επαναλαμβάνω επιχειρώ μετακινούμαι μοχθώ παραπέμπω πραγματοποιώ προετοιμάζω προσπερνώ προωθώ στηρίζω στρέφω ωθώ ξαναβλέπω πάω αιμορραγώ ξαναλέω αιωρούμαι ανακινώ αναπτύσσω διεκπεραιώνω διεξάγω δραστηριοποιούμαι ενεργοποιούμαι επανεκκινώ κουνώ μεταβαίνω περιδιαβαίνω τριγυρίζω τριγυρνώ ψάχνομαι παρασύρω αναλαμβάνω σπεύδω γίνομαι βιάζομαι μεταφέρω παλεύω αναζητώ γεννώ εκπέμπω ενεργοποιώ ερευνώ μεταβάλλομαι προγραμματίζω σκαρώνω ταρακουνώ απασχολούμαι διαχέω εξερευνώ καταπιάνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Στη διασταύρωση σταματώ το αυτοκίνητο.
- Όταν κουράζομαι, σταματώ για λίγο και πίνω νερό.
- Δεν σταματώ να μαθαίνω νέα πράγματα.
- Στο μάθημα σταματώ να μιλάω όταν μπαίνει ο δάσκαλος.
- Πατώντας το κουμπί σταματώ τη μουσική.
- Κάθε φορά που βλέπω κίνδυνο, σταματώ τον φίλο μου πριν περάσει το δρόμο.