διαπερνώ
ρήμα1. Καταφέρνω να περάσω από τη μία πλευρά στην άλλη ενός αντικειμένου, σώματος ή χώρου δια μέσου του υλικού ή του κενού που το διατρέχει.
Συνώνυμα
περνώ περνάω διασχίζω διαβαίνω διεισδύω εισχωρώ διατρυπώ τρυπώνω διαποτίζω διαχέω εισβάλλω διέρχομαι εισέρχομαι κατακλύζω πλημμυρίζω διατρέχω σαρώνω διασταυρώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το φως του ήλιου διαπερνά τα λεπτά φύλλα των δέντρων.
- Το κρύο διαπερνά τα ρούχα μου το χειμώνα.
- Η βελόνα διαπερνά το ύφασμα με ευκολία.
- Μια έντονη αίσθηση ανησυχίας διαπερνά την αίθουσα.
- Το βλέμμα του διαπερνά κάθε πρόσωπο στο δωμάτιο.