διαχέω

ρήμα

1. Προκαλώ την εξάπλωση ή τη διασπορά ουσίας, ενέργειας ή ακτινοβολίας μέσα σε κάποιο μέσο, ώστε να καταλαμβάνει ομοιόμορφα ή σταδιακά μεγαλύτερη περιοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Με την καινούργια λάμπα διαχέω το φως ομοιόμορφα σε όλο το δωμάτιο.
  • Παίζοντας μουσική, διαχέω τον ήχο στους διαδρόμους του κτιρίου.
  • Με το αρωματικό σπρέι διαχέω το άρωμα των βοτάνων στον χώρο.
  • Μέσω του ενημερωτικού φυλλαδίου διαχέω πληροφορίες για το συνέδριο σε πολλούς ενδιαφερόμενους.
  • Με το καλοριφέρ διαχέω τη θερμότητα σε όλο το διαμέρισμα.