επανέρχομαι

ρήμα

1. Κινούμαι ή επιστρέφω σε προηγούμενη θέση, τόπο ή κατάσταση μετά από προσωρινή απομάκρυνση.

2. Ξαναρχίζω ή επαναφέρω τη συζήτηση, το θέμα, την εργασία ή τη διαδικασία στο σημείο όπου είχε διακοπεί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Επανέρχομαι στη δουλειά αύριο μετά την άδεια.
  • Επανέρχομαι στο θέμα της συνάντησης, γιατί υπάρχουν ακόμα εκκρεμότητες.
  • Επανέρχομαι μετά από ασθένεια και νιώθω καλύτερα.
  • Επανέρχομαι για να διορθώσω το λάθος που έγινε στην αναφορά.
  • Επανέρχομαι αργότερα με περισσότερες πληροφορίες.