απενεργοποιώ
ρήμα1. Παύω τη λειτουργία ή την παροχή ρεύματος σε συσκευή, μηχάνημα ή πρόγραμμα, ώστε να μην εκτελεί τις λειτουργίες του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πριν φύγω από το γραφείο, απενεργοποιώ τον υπολογιστή.
- Στις ρυθμίσεις του τηλεφώνου απενεργοποιώ τις ειδοποιήσεις για τις εφαρμογές.
- Κάθε πρωί, απενεργοποιώ τον συναγερμό μόλις ξυπνήσω.
- Όταν δεν χρησιμοποιώ την κουζίνα, απενεργοποιώ τη θερμάστρα για λόγους ασφάλειας.
- Σε βιντεοκλήσεις απενεργοποιώ την κάμερα όταν δεν θέλω να εμφανίζομαι.