τριγυρνώ
ρήμα1. Κινούμαι άσκοπα ή χωρίς σταθερή κατεύθυνση από τόπο σε τόπο.
2. Περνάω τον χρόνο μου κυκλοφορώντας ή κάνοντας βόλτες χωρίς συγκεκριμένο σκοπό.
3. Εμφανίζομαι ή κυκλοφορώ συχνά σε διάφορα μέρη, διασκορπίζομαι ανάμεσα σε ανθρώπους ή χώρους.
Συνώνυμα
περιπλανιέμαι κυκλοφορώ περιφέρομαι περιδιαβαίνω βολτάρω πλανιέμαι γυρίζω οργώνω αράζω στριφογυρίζω χαζεύω ψάχνομαι περπατώ περπατάω ταξιδεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα το απόγευμα τριγυρνώ στους δρόμους της γειτονιάς χωρίς προορισμό.
- Στην αγορά τριγυρνώ ψάχνοντας μικρά δώρα για τους φίλους μου.
- Όταν ανησυχώ, τριγυρνώ στις σκέψεις μου και δεν συγκεντρώνομαι.
- Καμιά φορά τριγυρνώ γύρω από το παλιό καφενείο έως ότου ανοίξει.
- Τη νύχτα τριγυρνώ στο σπίτι όταν δεν μπορώ να κοιμηθώ.