αναπτύσσω
ρήμα1. Κάνω κάτι να αυξηθεί σε μέγεθος, έκταση, αριθμό ή ένταση.
2. Οδηγώ την εξέλιξη ή την ωρίμανση ενός οργανισμού, ενός προσώπου ή μιας κατάστασης μέσω συστηματικής δράσης ή φροντίδας.
Συνώνυμα
εξελίσσω διευρύνω επεκτείνω αυξάνω μεγαλώνω καλλιεργώ διαμορφώνω επεξεργάζομαι αναλύω προάγω ενισχύω ξεδιπλώνω εμπλουτίζω εκπονώ κλιμακώνω διογκώνω βελτιώνω προγραμματίζω ωριμάζω εξηγώ υλοποιώ δημιουργώ σχεδιάζω στήνω κατασκευάζω ανεβάζω ενεργοποιώ διατυπώνω θέτω παρασκευάζω συνάπτω
Αντώνυμα
περιορίζω συρρικνώνω μειώνω ελαττώνω σταματώ αναστέλλω εμποδίζω καταπνίγω συνοψίζω συγκεφαλαιώνω υποβαθμίζω φρενάρω επιβραδύνω αποσύρω καταργώ απομειώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Προσπαθώ να αναπτύσσω τις δεξιότητές μου στην επικοινωνία.
- Αναπτύσσω μια νέα εφαρμογή για τη διαχείριση εργασιών.
- Με τη σωστή στρατηγική, αναπτύσσω την επιχείρησή μου σε νέες αγορές.
- Στο μπαλκόνι μου αναπτύσσω λαχανικά και αρωματικά φυτά.
- Στη διάλεξη αναπτύσσω το κύριο επιχείρημα με σαφή παραδείγματα.