ενεργοποιώ

ρήμα

1. Κάνω κάτι να λειτουργεί ή το θέτω σε κατάσταση λειτουργίας, ώστε να πραγματοποιεί τις προβλεπόμενες ενέργειες.

2. Προκαλώ την εκκίνηση μιας συσκευής, ενός προγράμματος, μιας διαδικασίας ή μιας υπηρεσίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Με το διακόπτη ενεργοποιώ τον φωτισμό του σαλονιού.
  • Στην εφαρμογή ενεργοποιώ τις ειδοποιήσεις για να λαμβάνω ενημερώσεις.
  • Αφού επιβεβαιώσω το e-mail, ενεργοποιώ τον λογαριασμό μου.
  • Με τις κατάλληλες ουσίες ενεργοποιώ την αντίδραση στο εργαστήριο.
  • Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, ενεργοποιώ τον συναγερμό χειροκίνητα.