γεννώ
ρήμα1. Φέρνω στον κόσμο νέο ζωντανό οργανισμό, ολοκληρώνοντας τη διαδικασία της κυοφορίας ή της ωοτοκίας.
2. Παράγω απογόνους ή σπόρους/αβγά (για φυτά και ζώα), επιτρέποντας τη συνέχεια του είδους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον Μάιο γεννώ το πρώτο μου παιδί.
- Όταν διαβάζω, γεννώ πολλές καινοτόμες ιδέες.
- Με τις αποφάσεις μου γεννώ αναστάτωση στο γραφείο.
- Μέσα από τα ποιήματά μου γεννώ ελπίδα στους αναγνώστες.
- Σε δύσκολες στιγμές γεννώ δύναμη και αντοχή.