αναχαιτίζω
ρήμα1. Προκαλώ τη διακοπή ή την ανακοπή της κίνησης, της προόδου ή της διείσδυσης κάποιου αντικειμένου, προσώπου ή ρεύματος, ώστε να μην φτάσει στον προορισμό του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα μαχητικά αναχαιτίζουν τα εισερχόμενα αεροσκάφη πριν προσεγγίσουν το νησί.
- Οι γιατροί κατάφεραν να αναχαιτίσουν την εξάπλωση της επιδημίας με αυστηρά μέτρα.
- Η αστυνομία αναχαιτίζει το κλεμμένο όχημα στην έξοδο της πόλης.
- Προσπαθώ να αναχαιτίσω το θυμό μου πριν πω κάτι που θα μετανιώσω.
- Τα πυροσβεστικά μέτρα βοήθησαν να αναχαιτιστεί η πυρκαγιά πριν φτάσει στα σπίτια.