εγείρω
ρήμα1. Ανασηκώνω ή τοποθετώ κάτι σε ανώτερη θέση ή σε όρθια/εκτεταμένη στάση.
2. Προκαλώ ή αφυπνίζω συναίσθημα, ενδιαφέρον, οργή ή άλλη ψυχική/συναισθηματική αντίδραση.
3. Θέτω προς συζήτηση ή κρίση ζήτημα, ερώτημα ή ένσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη συνέλευση, ο πρόεδρος εγείρει το θέμα της ασφάλειας.
- Ο θόρυβος εγείρει το μωρό κάθε πρωί.
- Η ταινία εγείρει έντονα συναισθήματα στους θεατές.
- Οι εργολάβοι εγείρουν έναν νέο ουρανοξύστη στο κέντρο της πόλης.
- Ο δικηγόρος εγείρει αγωγή κατά της εταιρείας.