κινώ
ρήμα1. Προκαλώ τη μετατόπιση ή την αλλαγή θέσης ενός αντικειμένου ή προσώπου.
2. Θέτω σε κίνηση ή σε λειτουργία μηχανή, όργανο, όχημα ή διαδικασία.
3. Οδηγώ σε αλλαγή, εξέλιξη ή μεταβολή κατάστασης, λειτουργίας ή πορείας γεγονότων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ κινώ το τραπέζι προς τα δεξιά.
- Εγώ κινώ για το σπίτι στις επτά.
- Εγώ κινώ τη διαδικασία για την άδεια.
- Εγώ κινώ τα συναισθήματά της με τα λόγια μου.
- Εγώ κινώ τον μοχλό για να ξεκινήσει η μηχανή.