μεταβαίνω
ρήμα1. Μετακινούμαι από έναν τόπο ή σημείο σε άλλον, με το σώμα ή με μέσο μεταφοράς.
2. Περνώ από μία κατάσταση, στάδιο ή φάση σε άλλη, με αλλαγή ιδιοτήτων, λειτουργίας ή μορφής.
Συνώνυμα
πηγαίνω πάω μετακινούμαι μεταφέρομαι κινούμαι προχωρώ οδεύω κατευθύνομαι προσέρχομαι εισέρχομαι φτάνω μετατοπίζομαι μεταβάλλομαι διαβαίνω περνώ περνάω φεύγω μπαίνω ανεβαίνω κατεβαίνω επιβιβάζομαι τραβάω σκάω μπουκάρω αλλάζω μετακομίζω αποδημώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Καθημερινά μεταβαίνω με το τρένο στη δουλειά.
- Μόλις τελειώσω την ενημέρωση, μεταβαίνω στο επόμενο θέμα της ατζέντας.
- Στον ιστότοπο, μεταβαίνω στην επόμενη σελίδα με ένα κλικ.
- Με την ολοκλήρωση των σπουδών, μεταβαίνω από τον φοιτητικό ρόλο στην επαγγελματική ζωή.
- Σε στιγμές έντασης, μεταβαίνω γρήγορα από το συναίσθημα στη λογική.