ακινητοποιούμαι

ρήμα

1. Σταματώ να κινούμαι ή χάνω την ικανότητα για κίνηση.

2. Γίνομαι ανίκανο να κινηθώ εξαιτίας βλάβης, εμποδίου ή τεχνικού προβλήματος (π.χ. όχημα, μηχανή).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κατά τη διάρκεια της συναυλίας, μπροστά στο θεαματικό σόου, ακινητοποιούμαι από την έκπληξη.
  • Όταν νιώθω έντονο πόνο στη μέση, ακινητοποιούμαι για λίγα λεπτά μέχρι να περάσει.
  • Κατά τη διάρκεια της απεργίας, λόγω των μπλοκαρισμένων δρόμων, ακινητοποιούμαι και δεν μπορώ να φτάσω στη δουλειά.
  • Μόλις ανάψει το κόκκινο φανάρι, ακινητοποιούμαι και περιμένω να αλλάξει.
  • Μπροστά στο θέαμα ενός τροχαίου, για λίγα δευτερόλεπτα ακινητοποιούμαι από το σοκ.