αράζω

ρήμα

1. Καθίζω ή ξαπλώνω άνετα σε κάποιο σημείο και παραμένω εκεί χωρίς ενεργή δραστηριότητα, συχνά για ξεκούραση ή ανεπίσημη κοινωνική επαφή.

2. Δένω ή στερεώνω σκάφος σε προβλήτα, μόλο ή άλλη ασφαλή θέση ώστε να σταθεροποιηθεί και να μην κινείται.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά τη δουλειά αράζω στον καναπέ και δεν κουνιέμαι.
  • Κάθε Σάββατο αράζουμε στο παγκάκι του πάρκου για καφέ.
  • Το καΐκι αράζει στο λιμάνι πριν φύγουν οι ψαράδες.
  • Πήρα το μηχανάκι και αράζω πάντα σε σκιερό μέρος όταν σταματάω.
  • Τον βρήκα να αράζει έξω από το μαγαζί με τους φίλους του.