κόβω

ρήμα

1. Διαχωρίζω ένα υλικό ή αντικείμενο σε δύο ή περισσότερα μέρη με τη χρήση κοφτερού εργαλείου, δύναμης ή τριβής.

2. Αφαιρώ τμήμα από κάτι ώστε να το μικρύνω, να το διαμορφώσω ή να το καθαρίσω (π.χ. κλαδέματα, καθάρισμα τροφής).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο σπίτι, πριν φύγω, κόβω το ρεύμα για ασφάλεια.
  • Στην κουζίνα κόβω το ψωμί με ένα μεγάλο μαχαίρι.
  • Στον δρόμο, όταν βρέχει, κόβω ταχύτητα για να μην γλιστρήσω.
  • Σε μια έντονη συζήτηση, μερικές φορές κόβω τον συνομιλητή για να απαντήσω.
  • Μετά το σκάνδαλο, κόβω σχέσεις με όσους με πρόδωσαν.
  • Στο ταμείο του θεάτρου κόβω εισιτήρια κάθε βράδυ.