κόβω
ρήμα1. Διαχωρίζω ένα υλικό ή αντικείμενο σε δύο ή περισσότερα μέρη με τη χρήση κοφτερού εργαλείου, δύναμης ή τριβής.
2. Αφαιρώ τμήμα από κάτι ώστε να το μικρύνω, να το διαμορφώσω ή να το καθαρίσω (π.χ. κλαδέματα, καθάρισμα τροφής).
Συνώνυμα
τέμνω αποκόπτω αποκόβω ξεκόβω τεμαχίζω ψιλοκόβω κομματιάζω διαμελίζω κουρεύω διαγράφω σβήνω εξαλείφω αφαιρώ διακόπτω κλείνω αποσυνδέω τερματίζω σταματάω παύω ακυρώνω ανακόπτω απαγορεύω αποκρούω παραλείπω παύομαι στερώ φρενάρω αποξενώνω αποστρέφω ελαττώνω επιβραδύνω καταψηφίζω περικόπτω ψαλιδίζω σχίζω χαράσσω σφάζω απομονώνω κοβολογώ συντόμευω κομματιάζομαι τεμαχίζομαι εκκόπτω μοιράζω χαράζομαι σταματώ αρνούμαι παρατηρώ χωρίζω εμποδίζω απορρίπτω αναγνωρίζω μαχαιρώνω ακινητοποιώ αναστέλλω αναχαιτίζω απέχω απαρνούμαι απενεργοποιώ αποκλείω διαπιστώνω εξαιρώ καταργώ ματαιώνω μειώνω σκίζω απαλείφω απομειώνω κωλύω μικραίνω νηστεύω παραγκωνίζω περιορίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο σπίτι, πριν φύγω, κόβω το ρεύμα για ασφάλεια.
- Στην κουζίνα κόβω το ψωμί με ένα μεγάλο μαχαίρι.
- Στον δρόμο, όταν βρέχει, κόβω ταχύτητα για να μην γλιστρήσω.
- Σε μια έντονη συζήτηση, μερικές φορές κόβω τον συνομιλητή για να απαντήσω.
- Μετά το σκάνδαλο, κόβω σχέσεις με όσους με πρόδωσαν.
- Στο ταμείο του θεάτρου κόβω εισιτήρια κάθε βράδυ.