ψάχνω
ρήμα1. Κάνω ενέργειες για να βρω κάτι που λείπει, είναι κρυμμένο ή δεν είναι άμεσα ορατό, ελέγχοντας χώρους, επιφάνειες ή αντικείμενα.
2. Προσπαθώ να συγκεντρώσω πληροφορίες, στοιχεία ή απαντήσεις για ένα θέμα μέσω ερωτήσεων, έρευνας ή παρατήρησης.
Συνώνυμα
αναζητώ ζητώ γυρεύω επιζητώ ερευνώ εξετάζω εξερευνώ σκαλίζω ξεψαχνίζω ψαχουλεύω σκανάρω κοσκινίζω ξετρυπώνω κοιτάζω ψάχνομαι κοιτώ ψαρεύω κυνηγάω κυνηγώ σαρώνω σερφάρω περιεργάζομαι ρωτώ χρειάζομαι ελέγχω ζητάω ασχολούμαι τσεκάρω αιτούμαι ανιχνεύω εκζητώ επιθεωρώ μελετώ ανασκαλεύω απευθύνομαι διερευνώ ενημερώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα ψάχνω τα κλειδιά μου παντού.
- Τώρα ψάχνω πληροφορίες για το ταξίδι στο διαδίκτυο.
- Από τότε που απολύθηκα, ψάχνω δουλειά ενεργά.
- Στην εκδήλωση ψάχνω τον φίλο μου μέσα στο πλήθος.
- Στην ομάδα ψάχνω τρόπους να βελτιώσουμε την απόδοση.