ακινητοποιώ
ρήμα1. Κάνω κάτι ή κάποιον να μην μπορεί να κινηθεί ή να μετακινηθεί.
2. Εμποδίζω τη λειτουργία ή την κίνηση μηχανήματος, οχήματος ή συστήματος, καθιστώντας το ανενεργό ή αδρανή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
κινητοποιώ ενεργοποιώ κινώ ξεμπλοκάρω μετακινώ περιστρέφω στροβιλίζομαι ταρακουνώ κουνάω τινάζω γυρίζω ανακινώ κουνώ σείω στριφογυρίζω στροβιλίζω εκκινώ ξεκινώ απελευθερώνω αποκαθιστώ επαναφέρω ανοίγω αποδεσμεύω περιστρέφομαι στρέφω γυρνάω ελευθερώνω εκσφενδονίζω στριφογυρίζομαι κλονίζω ξεπαγώνω ξεκλειδώνω μεταφέρω κοπανάω
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ ακινητοποιώ το αυτοκίνητο δίπλα στο πεζοδρόμιο.
- Ως γιατρός, ακινητοποιώ το χέρι του ασθενούς πριν από τη χειρουργική επέμβαση.
- Με την εντολή της αστυνομίας, ακινητοποιώ τον ύποπτο μέχρι να φτάσει η περιπολία.
- Κατά τη διάρκεια της απεργίας, ακινητοποιώ τη λειτουργία των μηχανημάτων στο εργοστάσιο.
- Ως διαχειριστής, ακινητοποιώ τους τραπεζικούς λογαριασμούς όταν υπάρχουν υπόνοιες απάτης.