αναστέλλομαι

ρήμα

1. Διακόπτομαι προσωρινά ή τίθεται σε παύση η λειτουργία, η διαδικασία ή η ισχύς κάποιου πράγματος ή κατάστασης.

2. Υποβάλλομαι σε προσωρινή αναστολή δικαιωμάτων, καθηκόντων, εντολών ή νομικών ενεργειών, με συνέπεια την προσωρινή μη άσκηση αυτών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά την καταγγελία, αναστέλλομαι προσωρινά από τα καθήκοντά μου.
  • Λόγω προσωπικών προβλημάτων, αναστέλλομαι από τις σπουδές μου για ένα εξάμηνο.
  • Με τη νέα απόφαση, αναστέλλομαι από το να συμμετέχω σε αγώνες για έξι μήνες.
  • Παρά την οργή, αναστέλλομαι και δεν απαντώ στον προκλητικό σχολιασμό.
  • Μετά το θετικό τεστ, αναστέλλομαι προσωρινά και πρέπει να μπω σε καραντίνα.