ξαποσταίνω

ρήμα

1. Διακόπτω προσωρινά μια σωματική ή πνευματική προσπάθεια ώστε να ανακτήσω δυνάμεις και να ανασάνω.

2. Κάνω σύντομη στάση κατά τη διάρκεια πορείας ή εργασίας για να επανακτήσω ενέργεια προτού συνεχίσω.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετά από ώρες δουλειάς, συνήθως ξαποσταίνω για λίγο στον καναπέ.
  • Στο τέλος της πεζοπορίας ξαποσταίνω κάτω από ένα δέντρο για να πιω νερό.
  • Σε τακτά διαστήματα στη δουλειά ξαποσταίνω για να ξεπιαστώ και να σκεφτώ πιο καθαρά.
  • Μετά τις γιορτές, ξαποσταίνω για λίγες μέρες ταξιδεύοντας στην επαρχία.
  • Όταν είμαι κουρασμένος και αγχωμένος, ξαποσταίνω ακούγοντας ήρεμη μουσική.