σωπαίνω
ρήμα1. Παύω να μιλώ ή να παράγω ήχο· γίνομαι σιωπηλός.
2. Κάνω κάποιον ή κάτι να σταματήσει να μιλάει ή να παράγει θόρυβο.
3. Καταστέλλω ή αποτρέπω την έκφραση λόγου, σχολίων ή αντιρρήσεων, ώστε να μην διατυπώνονται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν ο δάσκαλος μιλάει, σωπαίνω για να τον ακούσω.
- Με ένα νεύμα, σωπαίνω τους κουβεντιάζοντες στο τραπέζι.
- Στη θέα της εικόνας, σωπαίνω από συγκίνηση.
- Για εκείνο το περιστατικό σωπαίνω, δεν πρόκειται να το συζητήσω.
- Κάθε φορά που θυμάμαι το ατύχημα, σωπαίνω.