παρεμποδίζω
ρήμα1. Προκαλώ εμπόδιο ή δυσκολία που εμποδίζει την εκτέλεση, την πρόοδο ή την πρόσβαση σε κάτι.
2. Αποκλείω ή περιορίζω φυσικά τη δυνατότητα κίνησης ή διέλευσης προσώπων, οχημάτων ή αντικειμένων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά παρεμποδίζω την κυκλοφορία όταν σταθμεύω σε στενά σημεία.
- Στη δουλειά, όταν δεν οργανώνομαι, παρεμποδίζω την έγκαιρη ολοκλήρωση των έργων.
- Με τις παράνομες ενέργειές μου παρεμποδίζω την εφαρμογή του νόμου.
- Δεν θέλω να παρεμποδίζω την εξέλιξη της έρευνας με υπερβολικές απαιτήσεις.
- Καμιά φορά παρεμποδίζω την επικοινωνία όταν μιλάω πάνω στους άλλους.