κυκλοφορώ
ρήμα1. Κινούμαι ή μετακινούμαι σε δημόσιο χώρο, σε δρόμους ή μέσα μεταφοράς, είτε πεζός είτε με όχημα.
2. Βγαίνω έξω και κινούμαι ανάμεσα σε ανθρώπους για κοινωνικούς, ψυχαγωγικούς ή επαγγελματικούς λόγους.
Συνώνυμα
κινούμαι μετακινούμαι τριγυρίζω περιφέρομαι διακινούμαι διαδίδομαι διανέμομαι περιπλανιέμαι βαδίζω περπατώ γυρίζω οδεύω διαχέομαι πηγαινοέρχομαι βγαίνω γυρνάω απελευθερώνω περιδιαβαίνω τριγυρνώ σουλατσάρω περιτρέχω περιπολώ πηγαίνω περπατάω δημοσιεύω διανέμω στροβιλίζομαι εκδίδω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί κυκλοφορώ με το ποδήλατο στην πόλη.
- Από τότε που άρχισε η πανδημία, δεν κυκλοφορώ ποτέ χωρίς μάσκα.
- Ως συγγραφέας, κυκλοφορώ το νέο μου μυθιστόρημα φέτος.
- Δεν κυκλοφορώ φήμες χωρίς αποδείξεις.
- Τους τελευταίους μήνες κυκλοφορώ πολύ πιο σπάνια το βράδυ.