εκκινώ
ρήμα1. Θέτω σε λειτουργία κινητήρα ή όχημα, ενεργοποιώντας το για να αρχίσει να κινείται ή να λειτουργεί.
2. Ξεκινώ ή θέτω σε ενέργεια μια διαδικασία, εργασία ή πρόγραμμα, προκαλώντας την έναρξη της δραστηριότητας.
Συνώνυμα
ξεκινώ ξεκινάω αρχίζω ενεργοποιώ ανοίγω ανάβω κινώ αναχωρώ ενεργοποιούμαι επανεκκινώ απογειώνω εκτοξεύω ορμώ εγείρω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα το πρωί εκκινώ το αυτοκίνητο και πηγαίνω στη δουλειά.
- Κάθε βράδυ εκκινώ τον υπολογιστή για να τρέξουν οι ενημερώσεις.
- Αύριο εκκινώ τη διαδικασία υποβολής των αιτήσεων.
- Από αυτό το λιμάνι εκκινώ για το νησί.
- Τη Δευτέρα εκκινώ την καμπάνια προβολής του νέου προϊόντος.