λειτουργώ
ρήμα1. Εκτελώ τις ενέργειες ή τις διαδικασίες που επιτρέπουν σε μηχάνημα, σύστημα ή όργανο να λειτουργήσει και να αποδώσει το αναμενόμενο αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σταματώ παύω χαλάω σβήνω ακινητοποιούμαι παραλύω αδρανοποιούμαι σκαλώνω απενεργοποιούμαι αχρηστεύομαι διακόπτω κολλάω μπλοκάρομαι βραχυκυκλώνω παγώνω καταστρέφομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν είμαι κουρασμένος, δεν λειτουργώ σωστά.
- Κάθε πρωί λειτουργώ το μηχάνημα σύμφωνα με τις οδηγίες.
- Από τότε που ανέλαβα, λειτουργώ το κατάστημα πιο αποτελεσματικά.
- Ως υπεύθυνος, λειτουργώ ως σύνδεσμος μεταξύ των τμημάτων.
- Κάθε Κυριακή λειτουργώ στην ενορία του χωριού.