ολοκληρώνω

ρήμα

1. Κάνω κάτι να ολοκληρωθεί πραγματοποιώντας όλες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να φτάσει στο τέλος του και να μην απομένουν εκκρεμότητες.

2. Συμπληρώνω ή προσθέτω τα στοιχεία που λείπουν ώστε να σχηματιστεί ένα πλήρες, ενιαίο σύνολο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα ολοκληρώνω το έργο που άρχισα πριν έναν μήνα.
  • Καθημερινά ολοκληρώνω τις εργασίες του σπιτιού πριν κοιμηθώ.
  • Στο πανεπιστήμιο ολοκληρώνω τις σπουδές μου αυτό το εξάμηνο.
  • Στην άσκηση των μαθηματικών ολοκληρώνω ένα δύσκολο ολοκλήρωμα.
  • Με ένα κλικ ολοκληρώνω την ηλεκτρονική εγγραφή.
  • Μετά από πολύ προσπάθεια ολοκληρώνω την κατασκευή του επίπλου.