βηματίζω
ρήμα1. Μετακινώ το σώμα κάνοντας διαδοχικές κινήσεις των ποδιών, τοποθετώντας το ένα πόδι μπροστά από το άλλο σε σειρά.
2. Κινούμαι επαναλαμβανόμενα μέσα σε μικρό χώρο ή κατά μήκος γραμμής, συχνά από ανησυχία, αναμονή ή για άσκηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί βηματίζω στο πάρκο για γυμναστική.
- Όταν αγχώνομαι, βηματίζω πάνω-κάτω στο σαλόνι περιμένοντας νέα.
- Στην παρέλαση βηματίζω περήφανα μαζί με την ομάδα.
- Στο έργο αυτό βηματίζω μεθοδικά, βήμα βήμα.
- Στον ρυθμό της μουσικής βηματίζω αργά και συντονίζομαι με το τραγούδι.