φρενάρω
ρήμα1. Μειώνω την ταχύτητα ή σταματώ την κίνηση οχήματος ή κινούμενου αντικειμένου εφαρμόζοντας τα φρένα ή αυξάνοντας την τριβή.
2. Επιβραδύνω ή ανακόπτω την εξέλιξη, πρόοδο ή ένταση μιας διαδικασίας, δράσης ή ροής.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο κόκκινο φανάρι φρενάρω πάντα εγκαίρως.
- Στην κατηφόρα του μονοπατιού φρενάρω το ποδήλατο πριν από την απότομη στροφή.
- Όταν τα πράγματα ξεφεύγουν, φρενάρω τον ρυθμό της δουλειάς μου για να οργανωθώ.
- Η αμφιβολία με πιάνει και φρενάρω τα σχέδιά μου.
- Μπροστά σε αμήχανη στιγμή φρενάρω το γέλιο μου.